Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

Η ώρα των συμβασιούχων

Στις 20 Ιανουαρίου θα εκδικαστεί στην πλήρη ολομέλεια του Αρεί­ου Πάγου η σημαντικότερη ίσως υπόθεση για το κρίσιμο – εργασιακά, κοινωνικά, οικονομικά, ασφαλιστικά και εν γένει πολιτικά αλλά και νομικά – ζήτημα των συμβασιούχων της χώ­ρας μας. Όλων εκείνων δηλαδή που υπό το πρόσχημα της κάλυψης δήθεν έκτα­κτων, δήθεν πρόσκαιρων και δήθεν επι­τακτικών αναγκών έγιναν και γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης καλύπτο­ντας τις πάγιες και διαρκείς λειτουργι­κές ανάγκες του ευρύτατου δημόσιου τομέα. Η Ένωση Δικαιωμάτων Εργαζομένων (Εν Δικαίω Έργα) σε κείμενο καταγγε­λίας που προωθεί για συλλογή υπογρα­φών και κατάθεση αναφορών σε όλα τα ελληνικά, ευρωπαϊκά και διεθνή θεσμι­κά έργα θέτει το ζήτημα στην πραγματι­κή πολιτική και νομική του διάσταση:
«Η ελληνική κοινωνία ζει στη δίνη βί­αιων ανατροπών, ολόκληροι τομείς του ιδιωτικού τομέα συρρικνώθηκαν, χιλιά­δες θέσεις εργασίας χάθηκαν, η πραγ­ματική ανεργία εκτοξεύθηκε σε υψηλά επίπεδα. Πολλοί συμπολίτες μας ανα­ζήτησαν ως διέξοδο από αυτήν την αδι­έξοδη κατάσταση μία θέση στον δημό­σιο τομέα, που θα τους εξασφάλιζε ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Οι ερ­γαζόμενοι αυτοί στην πλειοψηφία τους αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε αυτή τη λύση. Τους ανάγκασαν οι συνθήκες, όπως διαμορφώθηκαν σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, από τις εκάστοτε πο­λιτικές ηγεσίες.
Έτσι σταδιακά από τα μέσα της δεκα­ετίας του 1980 και κυρίως τη δεκαετία του 1990 χιλιάδες άνθρωποι απασχο­λήθηκαν και απασχολούνται με συμβά­σειςορισμένου χρόνου. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν ως πιόνια από τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες για ψη­φοθηρικούς και πολιτικούς λόγους. Ο αριθμός των εργαζόμενων που απασχο­λούνται με συμβάσεις ορισμένου χρό­νου κυμαίνεται εδώ και αρκετά χρόνια περίπου στις 70.000 με 90.000. Οι δια­δοχικές κυβερνήσεις επιδίωξαν οι εργαζόμενοι αυτοί να έχουν τα ελάχιστα δικαιώματα ώστε να μην μπορούν να δι­εκδικήσουν την εργασιακή τους αποκα­τάσταση.
Κοινοτική οδηγία
Κρίσιμο σημείο στην υπόθεση των συμβασιούχων ήταν η Κοινοτική Οδη­γία του 1999 (1999/70), που ουσιαστι­κά αναγνώριζε αυτονόητα δικαιώματα στους συμβασιούχους εργαζόμενους.
Με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 ο συνταγματικός νομοθέτης επι­χείρησε με το άρθρο 103 του Συντάγ­ματος να σταματήσει την πρακτική των μονιμοποιήσεων από το παράθυρο. Η απόπειρα αυτή απέτυχε διότι η συνταγ­ματική επιταγή μιλάει για το αυτονόητο. Ότι οι πραγματικές συμβάσεις έκτακτου προσωπικού ορισμένου δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Το ίδιο είχε επιχειρηθεί και με τον περίφημο νόμο Πεπονή, που υποτί­θεται ότι και αυτός απαγόρευε τη μετα­τροπή των συμβάσεων ορισμένου χρό­νου σε αορίστου.
Όμως κανείς δεν απάντησε στο κρίσι­μο ερώτημα. Τι υποκρύπτει μία συγκε­κριμένη σύμβαση εργασίας πίσω και ανεξάρτητα από τον ψευδεπίγραφο χα­ρακτήρα της (‘‘ορισμένου’’ χρόνου, ‘‘έρ­γου’’, ‘‘μαθητείας’’); Αν κάποιος εργάζε­ται 3, 4 έως και 20 χρόνια με συμβάσεις, πώς αυτές πρέπει να χαρακτηρίζονται; Είναι άτοπο να υποστηρίζεται ότι ένας εργαζόμενος, που εργάζεται επί σειρά ετών στο ίδιοαντικείμενο και στην ίδια θέση να θεωρείται ότι καλύπτει έκτα­κτες ανάγκες. Ουσιαστικά υποκρύπτε­ται σχέση εξαρτημένης εργασίας αό­ριστου και όχι ορισμένου χρόνου. Είναι προφανές ότι υπάρχει ένα κρίσιμο νομι­κό ζήτημα, που δεν λύθηκε ούτε με τον 2190/94 ούτε με τη συνταγματική αναθεώρηση.
Στη συνέχεια, το 2003, η τότε κυβέρ­νηση του ΠΑΣΟΚ με το Π.Δ. 81/2003 επιχείρησε να επιλύσει το πρόβλημα. Απέτυχε οικτρά. Με τους περιορισμούς που έθετε το Π.Δ. 81/2003 κανείς ερ­γαζόμενος δεν μπορούσε να αποκατα­σταθεί. Το 2004 ο τότε υπουργός Εσω­τερικών Πρ. Παυλόπουλος, σε μια προσπάθεια να επιλύσει το πρόβλημα και εν όψει καταδικαστικής απόφασης από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, εισήγαγε στην ελληνική νομοθεσία το περίφημο πια Π.Δ. 164/2004, που υποτίθεται ότι θα ενσωμάτωνε την κοινοτική οδηγία1999/70 για τους εργαζόμενους ορι­σμένου χρόνου και θα έλυνε το πρό­βλημα των συμβασιούχων οριστικά. Και αυτή η προσπάθεια απέτυχε. Οι περιο­ρισμοί που εισήγαγε το Π.Δ. 164/2004, 24μηνη μόνο προϋπηρεσία, τα χρονικά κενά μεταξύ των συμβάσεων δεν έλυ­σαν το κύριο θέμα. Σε ποια περίπτωση η σύμβαση ενός εργαζόμενου με σύμβα­ση ορισμένου χρόνου μπορεί να χαρα­κτηρισθεί ως αορίστου ή όχι.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, με την απόφασή του το 2006 (C-212/04,) όπως αναμενόταν, καταδίκασε την Ελλάδα. Ο Άρειος Πάγος με την απόφαση της Ολο­μελείας του (18/2006) θεώρησε ότι, ανεξαρτήτως συνταγματικής απαγόρευ­σης, η φύση μίας εργασιακής σχέσης ανήκει στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων που κρίνουν ανάλογα με την περίπτωση. Η απόφαση αυτή ουσιαστικά βασίστηκε στον Νόμο 2112/1920 που προστατεύει τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου. Θα έλεγε κανείς ότι το θέμα επιτέλους είχε βρει τον δρόμο του. Οι εργαζόμενοι με συμβάσεις ορισμένου χρόνου είχαν αποκτήσει το αυτονόητο δικαίωμα της δικαστικής προστασίας. Ύστερα όμως από πρωτοφανείς παρεμβάσεις, επιχειρήθηκε το βίαιοκλείσιμο του θέματος.
Νέες αποφάσεις
Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου μέσα σε διάστημα 7 μόνο μηνών (!) ανακά­λεσε την ομόφωνη απόφαση, που είχε λάβει τον Ιούνιο του 2006, και με νέες αποφάσεις τον Απρίλιο του 2007 (19 και 20/2007), ακυρώνοντας τον ίδιο της τον εαυτό, επιχείρησε να κλείσει το θέμα σε βάρος των εργαζόμενων ορισμένου χρόνου, που ουσιαστικά έχασαν το δι­καίωμα της δικαστικής προστασίας. Είχε προηγηθεί το 2006 η απαράδεκτη από­φαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που θεωρούσε τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων ανυπόστατες, μία απόφα­ση άθλια, που στην ουσία παραβίαζε την ΕΣΔΑ για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Ο δε τότε υπουργός Εσωτερικών υπε­ρασπίστηκε αυτήν την απαράδεκτη από­φαση στη Βουλή των Ελλήνων. Η ιστορία κρίνει τον καθένα. Απόφαση που στη συνέχεια ανατράπηκε δικαιώνοντας τους δικαστικά δικαιωμένους συμβασι­ούχους. Τον Φεβρουάριο και τον Μάιο του 2010 το Ελεγκτικό Συνέδριο με τις αποφάσεις 3 και 9 της Ολομέλειάς του δικαίωσε τους συμβασιούχους ορισμέ­νου χρόνου, διότι έκρινε ότι με την προ­ηγούμενη απόφασή του παραβιάζονταν τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα και ότι η διοίκηση ήταν υποχρεωμένη για το αυτονόητο: να δέχεται τις απο­φάσεις των δικαστηρίων. Το θέμα της μη αποδοχής των αποφάσεων των πο­λιτικών δικαστηρίων είχε παραπεμφθεί στο Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιω­μάτων και η καταδίκη της Ελλάδας ήταν πολύ κοντά.
Το θέμα των συμβασιούχων θα κριθεί ξανά στις 20 Ιανουαρίου 2011 στην πλή­ρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ύστερα από νέα αναβολή που δόθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 2010. Το θέμα των συμβα­σιούχων είναι πολιτικό. (...) Είναι όμως και νομικό. Ουσιαστικά το δικαίωμα ενός εργαζόμενου να προσφεύγει στα δικαστήρια τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η υποτιθέμενη συνταγματική απαγόρευ­ση και η υποκριτική επίκλησή της ακυ­ρώνει ουσιαστικά κάθε δικαστική προ­στασία και παραβιάζει βασικά ανθρώ­πινα δικαιώματα. Τα δικαστήρια είναι υποχρεωμένα να εξετάσουν την πραγ­ματική φύση μίας εργασιακής σχέσης. Αυτός είναι ο σκοπός τους.
Διαφορετικά παραβιάζονται η Αρχή του Κράτους Δικαίου, βασικά ανθρώπι­να δικαιώματα και συγκεκριμένα τα άρ­θρα 6, 13, 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβα­σης τωνΔικαιωμάτων του Ανθρώπου. Είναι αυτονόητο ότι όλοι οι εργαζόμενοι απολαμβάνουν την ίδια προστασία ενώ­πιον του νόμου. Διακρίσεις σε βάρος συγκεκριμένης κατηγορίας εργαζομέ­νων για λόγους δήθεν Δημοσίου Συμφέ­ροντος δεν νοείται στον νομικό πολιτι­σμό μας (...)».
Στον Άρειο Πάγο στις 20 Ιανουαρίου θα κριθεί το αυτονόητο δικαίωμα κάθε εργαζομένου να έχει ουσιαστική δικα­στική προστασία. Η παρουσία όλων των ενδιαφερομένων, εν ενεργεία και απολυμένων, και των συνδικαλιστικών φο­ρέωντους είναι αυτονόητο καθήκον. Ελ­πίζω, εύχομαι και αγωνίζομαι οι Έλλη­νες δικαστέςνα κρίνουν το ουσιαστικό πρόβλημα και να δικαιώσουν τους εργαζομένους αυτούςπου επί πολλά έτη είναι όμηροι.
topontiki.gr