Στις 20 Ιανουαρίου θα εκδικαστεί στην πλήρη ολομέλεια του Αρείου Πάγου η σημαντικότερη ίσως υπόθεση για το κρίσιμο – εργασιακά, κοινωνικά, οικονομικά, ασφαλιστικά και εν γένει πολιτικά αλλά και νομικά – ζήτημα των συμβασιούχων της χώρας μας. Όλων εκείνων δηλαδή που υπό το πρόσχημα της κάλυψης δήθεν έκτακτων, δήθεν πρόσκαιρων και δήθεν επιτακτικών αναγκών έγιναν και γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης καλύπτοντας τις πάγιες και διαρκείς λειτουργικές ανάγκες του ευρύτατου δημόσιου τομέα. Η Ένωση Δικαιωμάτων Εργαζομένων (Εν Δικαίω Έργα) σε κείμενο καταγγελίας που προωθεί για συλλογή υπογραφών και κατάθεση αναφορών σε όλα τα ελληνικά, ευρωπαϊκά και διεθνή θεσμικά έργα θέτει το ζήτημα στην πραγματική πολιτική και νομική του διάσταση:
«Η ελληνική κοινωνία ζει στη δίνη βίαιων ανατροπών, ολόκληροι τομείς του ιδιωτικού τομέα συρρικνώθηκαν, χιλιάδες θέσεις εργασίας χάθηκαν, η πραγματική ανεργία εκτοξεύθηκε σε υψηλά επίπεδα. Πολλοί συμπολίτες μας αναζήτησαν ως διέξοδο από αυτήν την αδιέξοδη κατάσταση μία θέση στον δημόσιο τομέα, που θα τους εξασφάλιζε ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Οι εργαζόμενοι αυτοί στην πλειοψηφία τους αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε αυτή τη λύση. Τους ανάγκασαν οι συνθήκες, όπως διαμορφώθηκαν σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, από τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες.
Έτσι σταδιακά από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και κυρίως τη δεκαετία του 1990 χιλιάδες άνθρωποι απασχολήθηκαν και απασχολούνται με συμβάσειςορισμένου χρόνου. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν ως πιόνια από τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες για ψηφοθηρικούς και πολιτικούς λόγους. Ο αριθμός των εργαζόμενων που απασχολούνται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου κυμαίνεται εδώ και αρκετά χρόνια περίπου στις 70.000 με 90.000. Οι διαδοχικές κυβερνήσεις επιδίωξαν οι εργαζόμενοι αυτοί να έχουν τα ελάχιστα δικαιώματα ώστε να μην μπορούν να διεκδικήσουν την εργασιακή τους αποκατάσταση.
Κοινοτική οδηγία
Κρίσιμο σημείο στην υπόθεση των συμβασιούχων ήταν η Κοινοτική Οδηγία του 1999 (1999/70), που ουσιαστικά αναγνώριζε αυτονόητα δικαιώματα στους συμβασιούχους εργαζόμενους.
Με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 ο συνταγματικός νομοθέτης επιχείρησε με το άρθρο 103 του Συντάγματος να σταματήσει την πρακτική των μονιμοποιήσεων από το παράθυρο. Η απόπειρα αυτή απέτυχε διότι η συνταγματική επιταγή μιλάει για το αυτονόητο. Ότι οι πραγματικές συμβάσεις έκτακτου προσωπικού ορισμένου δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Το ίδιο είχε επιχειρηθεί και με τον περίφημο νόμο Πεπονή, που υποτίθεται ότι και αυτός απαγόρευε τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου.
Όμως κανείς δεν απάντησε στο κρίσιμο ερώτημα. Τι υποκρύπτει μία συγκεκριμένη σύμβαση εργασίας πίσω και ανεξάρτητα από τον ψευδεπίγραφο χαρακτήρα της (‘‘ορισμένου’’ χρόνου, ‘‘έργου’’, ‘‘μαθητείας’’); Αν κάποιος εργάζεται 3, 4 έως και 20 χρόνια με συμβάσεις, πώς αυτές πρέπει να χαρακτηρίζονται; Είναι άτοπο να υποστηρίζεται ότι ένας εργαζόμενος, που εργάζεται επί σειρά ετών στο ίδιοαντικείμενο και στην ίδια θέση να θεωρείται ότι καλύπτει έκτακτες ανάγκες. Ουσιαστικά υποκρύπτεται σχέση εξαρτημένης εργασίας αόριστου και όχι ορισμένου χρόνου. Είναι προφανές ότι υπάρχει ένα κρίσιμο νομικό ζήτημα, που δεν λύθηκε ούτε με τον 2190/94 ούτε με τη συνταγματική αναθεώρηση.
Στη συνέχεια, το 2003, η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με το Π.Δ. 81/2003 επιχείρησε να επιλύσει το πρόβλημα. Απέτυχε οικτρά. Με τους περιορισμούς που έθετε το Π.Δ. 81/2003 κανείς εργαζόμενος δεν μπορούσε να αποκατασταθεί. Το 2004 ο τότε υπουργός Εσωτερικών Πρ. Παυλόπουλος, σε μια προσπάθεια να επιλύσει το πρόβλημα και εν όψει καταδικαστικής απόφασης από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, εισήγαγε στην ελληνική νομοθεσία το περίφημο πια Π.Δ. 164/2004, που υποτίθεται ότι θα ενσωμάτωνε την κοινοτική οδηγία1999/70 για τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου και θα έλυνε το πρόβλημα των συμβασιούχων οριστικά. Και αυτή η προσπάθεια απέτυχε. Οι περιορισμοί που εισήγαγε το Π.Δ. 164/2004, 24μηνη μόνο προϋπηρεσία, τα χρονικά κενά μεταξύ των συμβάσεων δεν έλυσαν το κύριο θέμα. Σε ποια περίπτωση η σύμβαση ενός εργαζόμενου με σύμβαση ορισμένου χρόνου μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αορίστου ή όχι.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, με την απόφασή του το 2006 (C-212/04,) όπως αναμενόταν, καταδίκασε την Ελλάδα. Ο Άρειος Πάγος με την απόφαση της Ολομελείας του (18/2006) θεώρησε ότι, ανεξαρτήτως συνταγματικής απαγόρευσης, η φύση μίας εργασιακής σχέσης ανήκει στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων που κρίνουν ανάλογα με την περίπτωση. Η απόφαση αυτή ουσιαστικά βασίστηκε στον Νόμο 2112/1920 που προστατεύει τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου. Θα έλεγε κανείς ότι το θέμα επιτέλους είχε βρει τον δρόμο του. Οι εργαζόμενοι με συμβάσεις ορισμένου χρόνου είχαν αποκτήσει το αυτονόητο δικαίωμα της δικαστικής προστασίας. Ύστερα όμως από πρωτοφανείς παρεμβάσεις, επιχειρήθηκε το βίαιοκλείσιμο του θέματος.
Νέες αποφάσεις
Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου μέσα σε διάστημα 7 μόνο μηνών (!) ανακάλεσε την ομόφωνη απόφαση, που είχε λάβει τον Ιούνιο του 2006, και με νέες αποφάσεις τον Απρίλιο του 2007 (19 και 20/2007), ακυρώνοντας τον ίδιο της τον εαυτό, επιχείρησε να κλείσει το θέμα σε βάρος των εργαζόμενων ορισμένου χρόνου, που ουσιαστικά έχασαν το δικαίωμα της δικαστικής προστασίας. Είχε προηγηθεί το 2006 η απαράδεκτη απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που θεωρούσε τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων ανυπόστατες, μία απόφαση άθλια, που στην ουσία παραβίαζε την ΕΣΔΑ για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Ο δε τότε υπουργός Εσωτερικών υπερασπίστηκε αυτήν την απαράδεκτη απόφαση στη Βουλή των Ελλήνων. Η ιστορία κρίνει τον καθένα. Απόφαση που στη συνέχεια ανατράπηκε δικαιώνοντας τους δικαστικά δικαιωμένους συμβασιούχους. Τον Φεβρουάριο και τον Μάιο του 2010 το Ελεγκτικό Συνέδριο με τις αποφάσεις 3 και 9 της Ολομέλειάς του δικαίωσε τους συμβασιούχους ορισμένου χρόνου, διότι έκρινε ότι με την προηγούμενη απόφασή του παραβιάζονταν τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα και ότι η διοίκηση ήταν υποχρεωμένη για το αυτονόητο: να δέχεται τις αποφάσεις των δικαστηρίων. Το θέμα της μη αποδοχής των αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων είχε παραπεμφθεί στο Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και η καταδίκη της Ελλάδας ήταν πολύ κοντά.
Το θέμα των συμβασιούχων θα κριθεί ξανά στις 20 Ιανουαρίου 2011 στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ύστερα από νέα αναβολή που δόθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 2010. Το θέμα των συμβασιούχων είναι πολιτικό. (...) Είναι όμως και νομικό. Ουσιαστικά το δικαίωμα ενός εργαζόμενου να προσφεύγει στα δικαστήρια τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η υποτιθέμενη συνταγματική απαγόρευση και η υποκριτική επίκλησή της ακυρώνει ουσιαστικά κάθε δικαστική προστασία και παραβιάζει βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Τα δικαστήρια είναι υποχρεωμένα να εξετάσουν την πραγματική φύση μίας εργασιακής σχέσης. Αυτός είναι ο σκοπός τους.
Διαφορετικά παραβιάζονται η Αρχή του Κράτους Δικαίου, βασικά ανθρώπινα δικαιώματα και συγκεκριμένα τα άρθρα 6, 13, 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης τωνΔικαιωμάτων του Ανθρώπου. Είναι αυτονόητο ότι όλοι οι εργαζόμενοι απολαμβάνουν την ίδια προστασία ενώπιον του νόμου. Διακρίσεις σε βάρος συγκεκριμένης κατηγορίας εργαζομένων για λόγους δήθεν Δημοσίου Συμφέροντος δεν νοείται στον νομικό πολιτισμό μας (...)».
Στον Άρειο Πάγο στις 20 Ιανουαρίου θα κριθεί το αυτονόητο δικαίωμα κάθε εργαζομένου να έχει ουσιαστική δικαστική προστασία. Η παρουσία όλων των ενδιαφερομένων, εν ενεργεία και απολυμένων, και των συνδικαλιστικών φορέωντους είναι αυτονόητο καθήκον. Ελπίζω, εύχομαι και αγωνίζομαι οι Έλληνες δικαστέςνα κρίνουν το ουσιαστικό πρόβλημα και να δικαιώσουν τους εργαζομένους αυτούςπου επί πολλά έτη είναι όμηροι.
topontiki.gr